Θυρεοειδής

Θυρεοειδής αδένας

Θυρεοειδής αδένας

Ο θυρεοειδής αδένας έχει σχήμα πεταλούδας και αποτελείται από 2 λοβούς ενωμένους με μια γέφυρα, τον λεγόμενο ισθμό.

Ο θυρεοειδής αδένας λειτουργεί κυρίως απορροφώντας ιώδιο από τις τροφές μας και στην συνέχεια το χρησιμοποιεί, για τη δημιουργία των θυρεοειδικών ορμονών, την θυροξίνη – Τ4 και την τριιωδοθυρονινη – Τ3. Ο θυρεοειδής αδένας είναι σε θέση να αποθηκεύει αυτές τις ορμόνες για μεταγενέστερη χρήση, καθώς θα απελευθερωθούν ανάλογα με τις ανάγκες του σώματος. Ο θυρεοειδής έχει σαν κύριο ρόλο τον έλεγχο του μεταβολισμού του σώματος. Ο απλούστερος τρόπος για τον ορισμό του μεταβολισμού είναι η ικανότητα του οργανισμού μας να μετατρέπει τις τροφές σε ενέργεια. Ανάλογα με την ποσότητα των ορμονών που εισβάλουν στην κυκλοφορία, ο μεταβολισμός είναι πιο γρήγορος ( απώλεια κιλών), ή πιο αργός  (περίσσια κιλών). Επιπλέον, ο θυρεοειδής αδένας έχει ρόλο στην ρύθμιση των βασικών λειτουργιών του οργανισμού, όπως ο καρδιακός ρυθμός και η αναπνοή. Το βάρος μας παρακολουθείται επίσης, από τον θυρεοειδή αδένα, όπως και η εσωτερική θερμοκρασία του σώματός μας καθώς και τα επίπεδα χοληστερόλης. Σε κυτταρικό επίπεδο οι θυροειδικές ορμόνες είναι ικανές να αυξήσουν τη μεταβολική δραστηριότητα. Αυτό επηρεάζει όχι μόνο τον μεταβολικό μας ρυθμό, αλλά έχει επίδραση στην πρωτεϊνική σύνθεση.

Ο θυρεοειδής αδένας παράγει το Τ3 και το Τ4. Η ρύθμιση και η απελευθέρωση των θυρεοειδικών ορμονών ελέγχεται από την υπόφυση, η οποία παράγει την ορμόνη TSH. Το TSH επιδρά άμεσα στον θυρεοειδή, με σκοπό να παράγει και να απελευθερώνει περισσότερη θυρεοειδική ορμόνη. Όταν στο αίμα ανευρίσκονται υψηλές τιμές θυρεοειδικής ορμόνης, τα επίπεδα της TSH μειώνονται. Αντίστροφα, όταν τα επίπεδα των ορμονών στο αίμα μειώνονται, το TSH αυξάνεται και επιδρά  στον θυρεοειδή αδένα για παραγωγή ορμονών. Ωστόσο ,σε σπάνιες περιπτώσεις, όπου η υπόφυση δεν λειτουργεί κανονικά , το επίπεδο της TSH δεν αντικατοπτρίζει με ακρίβεια την λειτουργία του θυρεοειδή αδένα.

Η κατάλληλη αξιολόγηση της νόσου του θυρεοειδούς αδένα ξεκινά με ένα πλήρες ιστορικό και κλινική εξέταση. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούνται γενικές και εξειδικευμένες εξετάσεις για τη διάγνωση διαταραχών του θυρεοειδούς. Για τον προσδιορισμό της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα μετράμε τα επίπεδα ορμονών, Τ3, Τ4 και TSH, στο αίμα. Συνήθως τα επίπεδα της TSH στο αίμα είναι η καλύτερη ένδειξη  λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα. Τα επίπεδα της TSH στο αίμα είναι υψηλά, όταν ο αδένας υπολειτουργεί και χαμηλά, όταν ο αδένας υπερλειτουργεί. Όταν υποπτευθούμε αυτοάνοσο νόσημα οι τίτλοι αντισωμάτων κατά του θυρεοειδικού ιστού είναι αυξημένοι. Απεικονιστικές εξετάσεις χρησιμοποιούνται συνήθως όταν υπάρχει διόγκωση θυρεοειδούς η όζοι στον αδένα. Το υπερηχογράφημα μπορεί να απεικονίσει την σύσταση του ιστού μέσα στον αδένα- όζους, ή μπορεί συχνά να αποκαλύψει κύστεις ή ασβεστοποιήσεις. Συχνά για να αξιολογηθεί η λειτουργία των οζιδίων του θυρεοειδούς χρησιμοποιείται ραδιενεργό ιώδιο ή τεχνήτιο – το λεγόμενο scanning θυρεοειδούς. Όταν δεν υπάρχει πρόσληψη του ραδιοφαρμάκου έχουμε τους ψυχρούς όζους και μπορεί μερικές φορές να εκφράσουν νεοπλασία. Όταν υπάρχει υπόνοια για καρκίνο εκτελείται η βιοψία με λεπτή βελόνα – FNA , η οποία αφαιρεί ένα μικρό δείγμα θυροειδικού ιστού, το οποίο στέλνεται για παθολογοανατομική εξέταση. Συνήθως η εξέταση γίνεται με τη καθοδήγηση των υπερήχων. Όταν υποπτευόμαστε μυελώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς, η μέτρηση των επιπέδων της καλσιτονίνης στο αίμα είναι σημαντική.

Οι περισσότερες παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα, ευτυχώς θεραπεύονται αποτελεσματικά με καθημερινή φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές παθήσεις θυρεοειδούς, οι οποίες χρήζουν χειρουργικής θεραπείας, όπως:

Καρκίνος θυρεοειδούς

  • Πολυοζώδης βρογχοκήλη, όπου δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην φαρμακευτική αγωγή και προκαλεί πιεστικά φαινόμενα στον τράχηλο, δυσκολία στην κατάποση, πόνο, η ενοχλεί αισθητικά τον ασθενή.
  • Τοξική βρογχοκήλη ή νόσος του Graves , η οποία προκαλεί σοβαρές επιπλοκές στον άρρωστο, ή όταν ο ασθενής δεν ανέχεται την φαρμακευτική αγωγή ή το ραδιενεργό ιώδιο.
  • Τοξικός όζος, ο οποίος παράγει μεγάλες ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών και ο ασθενής είναι σε κατάσταση υπερθυρεοειδισμού.
  • Μεγάλη απλή βρογχοκήλη, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην φαρμακευτική αγωγή.
  • Ψυχρός όζος, ο οποίος είναι ύποπτος για νεοπλασία.
  • Καρκίνος θυρεοειδούς.

Η χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα λέγεται θυρεοειδεκτομή. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι πρέπει να αφαιρείται ολόκληρος ο αδένας – ολική θυρεοειδεκτομή, εκτός σπανίων περιπτώσεων, όπου αφαιρείται μέρος του αδένα –υφολική θυρεοειδεκτομή ή λοβεκτομή. Γίνεται μια μικρή εγκάρσια τομή 3-5 εκ. στην εμπρόσθια τραχηλική χώρα. Οι κεντρικοί μύες του λαιμού απωθούνται και ο θυρεοειδής αδένας αφαιρείται  μετά από προσεκτική παρασκευή. Η αφαίρεση περιλαμβάνει την αναγνώριση και διατήρηση του άνω και κάτω λαρυγγικού νεύρου αμφοτερόπλευρα, τα οποία πηγαίνουν στις φωνητικές χορδές, και των παραθυρεοειδικών αδένων, οι οποίοι ελέγχουν τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα. Μετά το χειρουργείο, την ίδια ημέρα, ο ασθενής κινητοποιείται και λαμβάνει υδρική δίαιτα. Η νοσηλεία διαρκεί 1 έως 2 ήμερες. Τα ράμματα αφαιρούνται συνήθως μετά 3 ήμερες. Πιθανές επιπλοκές της επέμβασης είναι παροδικό άλγος στο λαιμό, μερική δυσκολία στην κατάποση, παροδική υπασβεσταιμία και σπάνια παροδική βραχνάδα. Στους ασθενείς, στους οποίους αφαιρέθηκε ολόκληρος ο θυρεοειδής αδένας, η θεραπεία αντικατάστασης με θυροξίνη είναι υποχρεωτική.