
Οι κηλες του κοιλιακού τοιχώματος αντιπροσωπεύουν μια από τις πιο συχνές επεμβάσεις, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα. Η βουβωνοκήλη αποτελεί την συχνότερη μορφή κήλης και αντιπροσωπεύει περίπου το 2% στον ανδρικό πληθυσμό. Η βουβωνοκήλη εντοπίζεται και στον γυναικείο πληθυσμό όμως σε μικρότερη συχνότητα.
Στην εμβρυική ζωή οι όρχεις οι οποίοι βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα κατεβαίνουν στο όσχεο μέσα από το βουβωνικό πόρο. Αυτό το σημείο είναι αρκετά ασθενές και αντιπροσωπεύει το κύριο αίτιο για τη δημιουργία βουβωνοκήλης. Το κύριο σύμπτωμα είναι αίσθημα βάρους ή άλγους στην περιοχή, συνοδευόμενο από μόνιμη ή διαλείπουσα διόγκωση, ιδιαίτερα κατά την φυσική προσπάθεια ή βήχα. Σπάνια, η βουβωνοκήλη είναι ασυμπτωματική και διαπιστώνεται από τον ιατρό κατά την κλινική εξέταση. Με την πάροδο του χρόνου οι κηλες μεγαλώνουν προοδευτικά και σπάνια μπορεί να δημιουργούνται επιπλοκές, όπως περίσφιξη και τότε η κλινική εικόνα είναι αρκετά δραματική και επιβάλλεται επείγουσα χειρουργική επέμβαση μέσα σε έξι ώρες.
Η θεραπεία της βουβωνοκήλης είναι μόνο χειρουργική και συνίσταται στην αποκατάσταση του χάσματος που βρίσκεται στο κοιλιακό τοίχωμα. Σήμερα οι χειρουργικές επιλογές αντιμετώπισης της κήλης είναι περισσότερες και μοιράζονται σε ανοιχτές και λαπαροσκοπικες επεμβάσεις.
Οι ανοιχτές επεμβάσεις όπως Bassini, Girard, McVay, Suldice, Darn, αποσκοπούν στην σύγκλειση του κοιλιακού ελλείμματος, έχοντας καλό αποτέλεσμα, όμως υπάρχει μετεγχειρητικό άλγος, περισσότερες ημέρες νοσηλείας καθώς και μεγαλύτερο ποσοστό υποτροπής. Τα τελευταία 20 χρόνια, μετά την χρησιμοποίηση του πλέγματος για το κλείσιμο του κοιλιακού χάσματος, έχουμε σαν αποτέλεσμα μείωση των υποτροπών και του χρόνου νοσηλείας καθώς και του μετεγχειρητικού άλγους.

Συμπερασματικά η λαπαροσκοπικη αντιμετώπιση της βουβωνοκήλης έχει σαν πλεονεκτήματα: